Νοητική υστέρηση και πως αντιμετωπίζεται

 

«Νοητική υστέρηση είναι μια δυσκολία που χαρακτηρίζεται από σημαντικούς περιορισμούς στη νοητική λειτουργικότητα και στην προσαρμοστική συμπεριφορά όπως αυτοί εκφράζονται στις αντιληπτικές, κοινωνικές και πρακτικές δεξιότητες. Αυτή η δυσκολία εκδηλώνεται πριν από την ηλικία των 18 χρόνων» (Luckasson et al., 1992, σ. 8).
Με βάση τον παραπάνω ορισμό, προκύπτει ότι τρία είναι τα βασικά κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στη διάγνωση της νοητικής υστέρησης.
α. Το κριτήριο της ηλικίας το οποίο συνδέεται με την αναπτυξιακή περίοδο του παιδιού δηλαδή η νοητική υστέρηση εκδηλώνεται πριν από την ηλικία των 18 χρόνων.
β. Το κριτήριο του περιορισμού στη νοητική (γνωστική) λειτουργικότητα ταυτίζεται με την επίδοση του παιδιού η οποία βρίσκεται περίπου δύο ή περισσότερες τυπικές αποκλίσεις κάτω του μέσου όρου σε μια σταθμισμένη κλίμακα νοημοσύνης.
γ. Το κριτήριο του περιορισμού στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων προσαρμογής αναφέρεται στην επίδοση του παιδιού που βρίσκεται τουλάχιστον δύο τυπικές αποκλίσεις κάτω του μέσου όρου σε μια σταθμισμένη κλίμακα μέτρησης των αντιληπτικών, κοινωνικών ή πρακτικών του δεξιοτήτων.
Σύμφωνα με το DSM-IV, για να δοθεί η διάγνωση της νοητικής υστέρησης πρέπει ο δείκτης νοημοσύνης του παιδιού (I.Q.) να είναι περίπου ίσος ή μικρότερος του 70, η έναρξη
των δυσκολιών να εντοπίζεται πριν από την ηλικία των 18 και να υπάρχει έκπτωση της λειτουργικότητας του ατόμου σε τουλάχιστον δύο από τους παρακάτω τομείς:

  • επικοινωνία,
  • αυτοεξυπηρέτηση,
  • διαβίωση στο σπίτι,
  • κοινωνικές δεξιότητες,
  • αυτονομία,
  • λειτουργικές σχολικές δεξιότητες,
  • εργασία,
  • ελεύθερος χρόνος,
  • υγεία και
  • ασφάλεια.

Πρόκειται για μια αποκλίνουσα διαταραχή, η οποία συμπεριλαμβάνει πολλές ετερόκλιτες παθολογικές περιπτώσεις, ανάλογα με την αιτιολογία, το δείκτη νοημοσύνης, την προσαρμοστική συμπεριφορά, το βαθμό σοβαρότητας καθώς και με το αν συνοδεύεται και από άλλες συνυπάρχουσες δυσκολίες.

Αναφορικά με τα αίτια στα οποία οφείλεται η εκδήλωσή της Ν.Υ., αν και σε μεγάλο ποσοστό δεν είναι γνωστά, αυτά είναι είτε προγεννητικά, όπως είναι οι κληρονομικοί παράγοντες, οι ανωμαλίες στον μεταβολισμό της εγκύου, οι χρωμοσωμικές ανωμαλίες, διάφορες ασθένειες, ασυμβατότητα ανάμεσα στο Rhesus της μητέρας και του παιδιού, χρήση αλκοόλ κατά τη διάρκεια της κύησης, δηλητηριάσεις από μόλυβδο, κ.ά., (Κρασανάκης, 1989, στο Παπουτσάκη, 2007 · Χαρίτου, 2005), είτε περιγεννητικά, όπως ο πρόωρος τοκετός, η παρατεταμένη κύηση, οι τραυματισμοί στο κεφάλι κατά τον τοκετό, κ.ά. (Βασιλείου, 1998, στο Παπουτσάκη, 2007), είτε μεταγεννητικά, όπως είναι οι μολυσματικές ασθένειες, ο υποσιτισμός του εμβρύου, οι δυσμενείς περιβαλλοντικοί παράγοντες, οι αναπτυξιακές διαταραχές, οι διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές, κ.ά.

Σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι η νοητική υστέρηση μπορεί να συνυπάρχει με άλλα προβλήματα, ιατρικά ή συναισθηματικά, ψυχικά, όπως δυσκολία στην όραση,
ακοή ή τον λόγο, διάσπαση προσοχής, άγχος, κατάθλιψη κτλ. Όλα αυτά τα προβλήματα μειώνουν τις δυνατότητες του ατόμου και περιορίζουν την ανάπτυξη

του.
Η εκπαίδευση των παιδιών και νέων οφείλει να προσανατολίζεται βασικά προς τις γενικές εκπαιδευτικές ανάγκες, αξίες και κανόνες. Ο ειδικός χαρακτήρας της εκπαιδευτικής παρέμβασης οφείλει να προσανατολίζεται στις ιδιαίτερες εξατομικευμένες ανάγκες και δυνατότητες, όπως επίσης και στις κοινωνικές συνθήκες και απαιτήσεις με στόχο αφενός, την ανάπτυξη των δυνατοτήτων του παιδιού στο μέγιστο δυνατό βαθμό, και αφετέρου τη βελτίωση της κοινής συμβίωσης.

Υπό το παραπάνω πλαίσιο εφαρμόζονται προγράμματα παρέμβασης και χρησιμοποιούνται συγκεκριμένες μεθοδολογικές τεχνικές εκπαίδευσης και διδασκαλίας, ανάλογα με την κάθε περίπτωση παιδιού. Επίσης, κάθε παιδί μπορεί να χρήζει παροχής κάποιων ειδικών υπηρεσιών όπως:

  • Συμβουλευτικές υπηρεσίες,
  • Ιατρικές υπηρεσίες,
  • Εργοθεραπεία,
  • Λογοθεραπεία,
  • Φυσικοθεραπεία,
  • Ειδική διαπαιδαγώγηση.
  • Ψυχολογική υποστήριξη, κ.λπ

Η έγκαιρη και έγκυρη παρέμβαση κρίνεται πολύ σημαντική για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του παιδιού με νοητική αναπηρία.